Eurobank Equities: Περιθώριο ανόδου 16% για το Χρηματιστήριο – Τα νέα top picks για το 2026

Εξαιρετική υπήρξε η πορεία της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς το 2025, με τον Γενικό Δείκτη να καταγράφει άνοδο περίπου 50%, επίδοση που την κατέταξε μεταξύ των ισχυρότερων αγορών διεθνώς σημειώνει η Eurobank Equities παρουσιάζοντας τη στρατηγική της για τις ελληνικές μετοχές το 2026  .

Οπως σημειώνει η χρηματιστηριακή πρόκειται για την τέταρτη διαδοχική χρονιά υπεραπόδοσης έναντι του Euro Stoxx 600, μια επίδοση που δεν έχει εμφανιστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το ισχυρό αυτό ράλι, ωστόσο, δημιουργεί πλέον αυξημένες απαιτήσεις για τη συνέχεια, καθώς το 2026 ξεκινά με υψηλή βάση αποτιμήσεων, ενώ η αγορά έχει ήδη κινηθεί ανοδικά κατά περίπου 6% από την αρχή του έτους.

Το περιβάλλον που διαμορφώνεται για την επόμενη χρονιά διαφοροποιείται αισθητά από εκείνο των προηγούμενων ετών. Η περίοδος της γενικευμένης ανόδου που στηρίχθηκε κυρίως στο beta της αγοράς φαίνεται να ολοκληρώνεται, με τη σκυτάλη να περνά σε μια πιο απαιτητική φάση, όπου καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν τα θεμελιώδη μεγέθη, η ποιότητα των κερδών και η προβλεψιμότητα των ταμειακών ροών. Το 2026 εκτιμάται ότι θα εξελιχθεί σε κατεξοχήν χρονιά επιλογής μετοχών, με σαφή διαχωρισμό μεταξύ ισχυρών και αδύναμων επιχειρηματικών ιστοριών.

Η μακροοικονομική εικόνα παραμένει υποστηρικτική, καθώς η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό άνω του 2%, προσφέροντας σταθερό υπόβαθρο για την εταιρική κερδοφορία. Οι προβλέψεις συγκλίνουν σε ακόμη ένα έτος υγιούς αύξησης αποτελεσμάτων, με τα λειτουργικά κέρδη των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών να εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν κατά περίπου 8%, ενώ για τον τραπεζικό κλάδο αναμένεται επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεταβολής των καθαρών εσόδων από τόκους, της τάξης του 5%.

Σε επίπεδο αποτιμήσεων, η ισχυρή ανατιμολόγηση των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει σε εξομάλυνση των χρηματιστηριακών πολλαπλασιαστών. Η ελληνική αγορά δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως «βαθιά υποτιμημένη» σε απόλυτους όρους, καθώς οι αποτιμήσεις προσεγγίζουν πλέον συνθήκες μεσοκύκλου. Παρ’ όλα αυτά, το επενδυτικό αφήγημα παραμένει ελκυστικό σε σχετική βάση, καθώς οι ελληνικές μετοχές συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με έκπτωση άνω του 20% έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών τους, παρά τη σημαντική σύγκλιση σε όρους απόδοσης ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακής ισχύος. Το επιπλέον ασφάλιστρο κινδύνου που εξακολουθεί να ενσωματώνεται στις αποτιμήσεις αφήνει περιθώρια για περαιτέρω σταδιακή σύγκλιση προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα, χωρίς ωστόσο να προεξοφλείται νέα περίοδος επιθετικής διεύρυνσης πολλαπλασιαστών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τεχνική εικόνα της αγοράς. Παρά τις υψηλές αποδόσεις, η τοποθέτηση των ξένων θεσμικών επενδυτών παραμένει συγκρατημένη, με τις καθαρές ροές το 2025 να κινούνται οριακά σε αρνητικό έδαφος. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι σημαντικά κεφάλαια παραμένουν στο περιθώριο, δημιουργώντας δυνητικό καύσιμο για τη συνέχεια. Παράλληλα, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολλαπλές λίστες παρακολούθησης για πιθανή αναβάθμιση σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς, εξέλιξη που διατηρεί ενεργό το επενδυτικό ενδιαφέρον ενόψει των επόμενων αξιολογήσεων.

Σύμφωνα με την Eurobank Equities με βάση τις αποτιμήσεις σε επίπεδο επιμέρους εταιρειών, το συνολικό ανοδικό περιθώριο του Χρηματιστηρίου Αθηνών εκτιμάται σε περίπου 16% σε ορίζοντα δωδεκαμήνου, συνδυάζοντας οργανική αύξηση κερδών και ήπια επανατιμολόγηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό τοποθετήσεων, με σύσταση υπεραπόδοσης τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο του έτους, περίοδο κατά την οποία αναμένεται να εκδηλωθεί το μεγαλύτερο μέρος της επαναξιολόγησης.

Η Τράπεζα Πειραιώς ξεχωρίζει ως η κορυφαία επιλογή στον κλάδο, καθώς συνδυάζει ισχυρή λειτουργική εκτέλεση, σταθερή δημιουργία κεφαλαίων και ελκυστική αποτίμηση σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια. Η δυναμική της κερδοφορίας και η προοπτική περαιτέρω ενίσχυσης των αποδόσεων προς τους μετόχους ενισχύουν το επενδυτικό της προφίλ. Δεύτερη επιλογή αποτελεί η Τράπεζα Κύπρου, η οποία προσφέρει ισχυρό μερισματικό χαρακτήρα, υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και ελκυστικό συνδυασμό απόδοσης και κινδύνου.

Πέραν των τραπεζών, το ενδιαφέρον στρέφεται επιλεκτικά σε μη χρηματοοικονομικές εταιρείες με ορατή κερδοφορία και συγκεκριμένους εταιρικούς καταλύτες. Η Metlen συγκαταλέγεται στις βασικές επιλογές της Eurobank Equities , καθώς μετά το profit reset εμφανίζει σημαντικά περιθώρια επαναφοράς της κερδοφορίας, ενώ η αποτίμησή της παραμένει χαμηλή σε σχέση με τα ευρωπαϊκά συγκρίσιμα σχήματα. Η Motor Oil συνεχίζει να ξεχωρίζει στον ενεργειακό κλάδο, επωφελούμενη από το ευνοϊκό περιβάλλον διύλισης και τις αποδόσεις επενδύσεων προηγούμενων ετών, διατηρώντας παράλληλα ισχυρές ταμειακές ροές και σταθερή μερισματική πολιτική.

Στις κορυφαίες επιλογές προστίθεται πλέον και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, καθώς η σταδιακή ωρίμανση των πρόσφατα αποκτηθέντων έργων παραχώρησης δημιουργεί σημαντικό άλμα κερδοφορίας και ενισχύει τη διαφάνεια των μελλοντικών ταμειακών ροών. Η μετοχή αντικαθιστά τη Jumbo και την Titan, οι οποίες έχουν ήδη καταγράψει σημαντική υπεραπόδοση και στερούνται άμεσων καταλυτών για τη συνέχεια.

Στον χώρο της μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης, εντοπίζονται επίσης επενδυτικές ευκαιρίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την PERF, όπου οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές σε σχέση με το βασικό σενάριο κερδοφορίας, προσφέροντας αξιόλογο ανοδικό περιθώριο.

Συνολικά, το 2026 δεν αναμένεται να αποτελέσει ακόμη μία χρονιά γενικευμένου χρηματιστηριακού ράλι. Αντίθετα, η αγορά εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης, όπου η επιλογή των κατάλληλων τίτλων θα είναι καθοριστική. Οι εταιρείες με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, καθαρή στρατηγική, προβλέψιμες ταμειακές ροές και πειθαρχημένες αποτιμήσεις αναμένεται να αποτελέσουν τους πρωταγωνιστές της επόμενης ημέρας στο Χρηματιστήριο Αθηνών.