Σε μια εκτενή ανάλυση για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, η Eurobank Equities υπογραμμίζει ότι, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών παραμένουν ισχυρά και δημιουργούν σημαντικό περιθώριο αναβάθμισης των αποτιμήσεων. Η χρηματιστηριακή διατηρεί θετική στάση (Buy) για όλες τις καλυπτόμενες τράπεζες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ελκυστικές αποτιμήσεις και την ορατότητα κερδοφορίας.
Οι τιμές-στόχοι που θέτει η Eurobank Equities είναι: €4,50 για την Alpha Bank, €17,45 για την Εθνική Τράπεζα, €10,30 για την Τράπεζα Πειραιώς, €11,20 για την Optima Bank και €11,10 για την Τράπεζα Κύπρου, με σύσταση «Αγορά» σε όλες τις περιπτώσεις, γεγονός που αντανακλά την εμπιστοσύνη της στις προοπτικές του κλάδου.

Σε επίπεδο επιλογών, η Τράπεζα Πειραιώς παραμένει η κορυφαία προτίμηση, προσφέροντας τον καλύτερο συνδυασμό κινδύνου-απόδοσης και ισχυρή αύξηση κερδών. Η Τράπεζα Κύπρου ξεχωρίζει για το υψηλό δυναμικό διανομών, που μπορεί να φτάσει έως και το 90%–100%. Παράλληλα, η Eurobank Equities αναβαθμίζει την Alpha Bank και την Optima Bank σε σύσταση «Αγορά», μετά τις ανοδικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων κερδοφορίας, επιβεβαιώνοντας τη συνολική θετική εικόνα για τον κλάδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση, τα κέρδη των τραπεζών έχουν πλέον φτάσει στο κατώτατο σημείο τους, με το Δ’ τρίμηνο του 2025 να αποτελεί ξεκάθαρο σημείο καμπής. Το καθαρό επιτοκιακό έσοδο (NII) σταθεροποιήθηκε σε τριμηνιαία βάση (+1,7%), επιβεβαιώνοντας ότι το Γ’ τρίμηνο αποτέλεσε το χαμηλό του κύκλου. Η εξέλιξη αυτή στηρίχθηκε στην ισχυρή πιστωτική επέκταση άνω του 10% σε ετήσια βάση, κυρίως από εταιρικά δάνεια, σε συνδυασμό με τη σταδιακή ανάκαμψη της λιανικής τραπεζικής και την ανατιμολόγηση των καταθέσεων κατά περίπου 30–40 μονάδες βάσης, που αντιστάθμισαν την ομαλοποίηση των επιτοκίων.
Παράλληλα, οι προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 12% σε ετήσια βάση, αποτελώντας βασικό μοχλό κερδοφορίας μαζί με την αύξηση των δανείων. Η δυναμική είναι ιδιαίτερα έντονη σε τομείς όπως οι προμήθειες δανεισμού, η διαχείριση κεφαλαίων και τα τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα, οδηγώντας σε μια σαφή διαρθρωτική αλλαγή στο μείγμα εσόδων, με τις προμήθειες να αντιστοιχούν πλέον στο 24% των συνολικών εσόδων από 20% ένα χρόνο πριν.
Την ίδια στιγμή, η πειθαρχία κόστους παραμένει υποδειγματική, παρά τις αυξημένες επενδύσεις σε τεχνολογία και ενοποίηση, με τον δείκτη κόστους προς έσοδα να διαμορφώνεται στο 36%, επίπεδο που κατατάσσει τις ελληνικές τράπεζες στις πιο αποδοτικές στην Ευρώπη. Η λειτουργική μόχλευση παραμένει θετική, ενώ η ποιότητα ενεργητικού συνεχίζει να βελτιώνεται, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να υποχωρούν στο 2,5%.
Το κόστος κινδύνου διατηρείται ελεγχόμενο στις 58 μονάδες βάσης για το 2025, παρά την ενσωμάτωση συντηρητικών προβλέψεων, ενώ υποστηρίζεται από ισχυρές εξασφαλίσεις και περιορισμένες νέες εισροές προβληματικών δανείων. Η κερδοφορία παραμένει ισχυρή, με τις συστημικές τράπεζες να επιτυγχάνουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoTE) περίπου 15%, ενώ η Optima Bank και η Τράπεζα Κύπρου κινούνται σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, στο 25% και 18% αντίστοιχα. Τα κεφαλαιακά αποθέματα παραμένουν επαρκή (CET1 12%–21%), ακόμη και μετά από αυξημένη πιστωτική επέκταση, εξαγορές και υψηλότερες διανομές.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές, η Eurobank Equities σημειώνει ότι τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών ενισχύουν την ορατότητα για βιώσιμες αποδόσεις σε επίπεδα mid-teens. Τα νέα τριετή πλάνα των Πειραιώς, Εθνικής, Eurobank και Τράπεζας Κύπρου δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα προέλθει κυρίως από όγκους, ενίσχυση προμηθειών και ισχυρή λειτουργική μόχλευση, ενώ η Optima και η Alpha έχουν δώσει καθοδήγηση μόνο για το 2026.
Η αύξηση των δανείων εκτιμάται από 4% για την Τράπεζα Κύπρου έως υψηλά μονοψήφια ποσοστά για τις συστημικές τράπεζες, με την Optima να ξεχωρίζει με διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης. Αυτό μεταφράζεται σε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης NII 3%–7% για την τριετία, ενώ η Optima εμφανίζει προοπτική άνω του 20% για το 2026 και η Alpha κινείται σε μεσαία μονοψήφια επίπεδα.
Η ανάλυση τονίζει ότι το ελληνικό μοντέλο δανεισμού, το οποίο βασίζεται περισσότερο σε εταιρικά και επενδυτικά δάνεια, παρουσιάζει χαμηλότερη ελαστικότητα, γεγονός που εξηγεί γιατί η πιστωτική επέκταση ξεπέρασε το 10% το 2025. Η τάση αυτή αναμένεται να διατηρηθεί, με μικρή επιβράδυνση λόγω υψηλότερων επιτοκίων και πιθανής επιβράδυνσης του ΑΕΠ εξαιτίας γεωπολιτικών κινδύνων.
Με βάση τις εκτιμήσεις της χρηματιστηριακής, τα περιθώρια θα σταθεροποιηθούν το 2026 και θα ακολουθήσει σταδιακή ανάκαμψη, ενώ οι προμήθειες θα συνεχίσουν να αυξάνονται με μεσαίο έως υψηλό μονοψήφιο ρυθμό. Το κόστος κινδύνου εκτιμάται στις 45 μονάδες βάσης, με περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης. Συνολικά, προβλέπεται αύξηση κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά περίπου 7% και σύγκλιση του RoTE σε επίπεδα mid-teens έως το 2028.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη συμπεριφορά της αγοράς, καθώς, όπως σημειώνεται, η πρόσφατη ανάκαμψη σηματοδοτεί μετάβαση από σενάρια “χειρότερα του stress” προς μια φάση κανονικοποίησης. Στο χαμηλό μετά τον πόλεμο στο Ιράν, οι αποτιμήσεις ενσωμάτωναν RoTE περίπου 11,3%, χαμηλότερο ακόμη και από το stress σενάριο της Eurobank Equities (12,8% για το 2026).
Ακόμη και σε δυσμενές σενάριο με μηδενική πιστωτική ανάπτυξη, αύξηση του κόστους κινδύνου και υψηλότερα επιτόκια, η κερδοφορία παραμένει ανθεκτική, με περιορισμένη επίπτωση στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων. Η ευαισθησία διαφοροποιείται, με την Τράπεζα Κύπρου να εμφανίζει τη μικρότερη επίδραση και την Optima τη μεγαλύτερη, ενώ οι συστημικές τράπεζες παρουσιάζουν ελεγχόμενες απώλειες.
Παρά την άνοδο των μετοχών κατά 22% από τα χαμηλά, οι αποτιμήσεις παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τα θεμελιώδη μεγέθη, υποδηλώνοντας RoTE περίπου 13,5% έναντι στόχου 15,2% μεσοπρόθεσμα.
Τέλος, η Eurobank Equities επισημαίνει ότι το περιθώριο αναβάθμισης των αποτιμήσεων παραμένει ισχυρό, καθώς ο κλάδος διαπραγματεύεται μόλις 3% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, με δείκτες αποτίμησης 1,4x P/TBV και 9x P/E για το 2026. Αυτό συμβαίνει παρά την υψηλή αποδοτικότητα, την κορυφαία αποτελεσματικότητα και τις σημαντικές διανομές κεφαλαίου της τάξης του 7%–10%.
Κατά την εκτίμηση της χρηματιστηριακής, η αγορά συνεχίζει να τιμολογεί ένα υπερβολικά απαισιόδοξο σενάριο λόγω γεωπολιτικών κινδύνων. Ωστόσο, η ισχυρή ορατότητα κερδών, οι καθαροί ισολογισμοί και η δημιουργία κεφαλαίου στηρίζουν ένα ισχυρό επενδυτικό αφήγημα επαναξιολόγησης.




