Fed: Διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια, αλλά άνοιξε παράθυρο αύξησης από το φθινόπωρο

Αμετάβλητα στο 3,50%-3,75% διατήρησε τα επιτόκια η Federal Reserve για πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση, επιβεβαιώνοντας το βασικό σενάριο των αγορών, αλλά διατηρώντας παράλληλα αυστηρή στάση απέναντι στον επίμονο πληθωρισμό, εξέλιξη που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νομισματικής σύσφιγξης τους επόμενους μήνες. Εξάλλου, η απόφαση δεν ελήφθη χωρίς αντιδράσεις, καθώς τρία μέλη της Επιτροπής, τα οποία έχουν εκφράσει ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού, διαχώρισαν τη θέση τους και ψήφισαν υπέρ μιας αύξησης.

Η απόφαση ελήφθη μετά την ολοκλήρωση της διήμερης συνεδρίασης της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς (FOMC), με τους επενδυτές να στρέφουν πλέον την προσοχή τους στις δηλώσεις του προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, για ενδείξεις σχετικά με τις επόμενες κινήσεις της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.

Η σημερινή συνεδρίαση θεωρήθηκε από τις πιο αμφίρροπες των τελευταίων ετών. Αν και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τον Ιούνιο στο 3,5% από 4,2% τον Μάιο και η πρόσφατη υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου δημιούργησαν περιθώρια αναμονής, οι αξιωματούχοι εξακολουθούν να ανησυχούν ότι οι δασμοί, οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να αναζωπυρώσουν τις πληθωριστικές πιέσεις.

Πάντως, παρά την αυξανόμενη στήριξη ορισμένων αξιωματούχων για περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, η FOMC ψήφισε τελικά με 9 ψήφους υπέρ και 3 κατά να διατηρήσει σταθερά τα επιτόκια. 

Και οι τρεις αρνητικές ψήφοι προήλθαν από προέδρους περιφερειακών Ομοσπονδιακών Τραπεζών: τη Μπεθ Χάμακ της Fed του Κλίβελαντ, τον Νιλ Κασκάρι της Fed της Μινεάπολης και τη Λόρι Λόγκαν της Fed του Ντάλας, οι οποίοι είχαν εκφραστεί με τον πιο σαφή τρόπο υπέρ της ανάγκης για υψηλότερα επιτόκια, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός, ο οποίος παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της Fed για περισσότερο από πέντε χρόνια.

Στην ανακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε μετά τη συνεδρίαση επισημαίνεται ότι οι τρεις διαφωνούντες «προτιμούσαν την αύξηση του εύρους-στόχου για το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων κατά 25 μονάδες βάσης».

Κατά την άποψη των τριών διαφωνούντων, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά και δεν παρουσιάζει σαφή σημάδια αποκλιμάκωσης. Οι πρόσφατες πληθωριστικές πιέσεις αποδίδονται τόσο στους δασμούς που επέβαλε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όσο και στην άνοδο του ενεργειακού κόστους εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν.

Σε κάθε περίπτωση, οι τρεις αρνητικές ψήφοι συνιστούν μία από τις πρώτες σημαντικές δοκιμασίες για τον πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, η επιλογή του οποίου να μην παρέχει σαφείς ενδείξεις για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής είχε οδηγήσει σε ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αβεβαιότητας στις αγορές ενόψει της συνεδρίασης.

Οι αγορές ανέμεναν σε μεγάλο βαθμό ότι η κεντρική τράπεζα θα διατηρούσε και πάλι αμετάβλητα τα επιτόκια, αν και σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch του CME Group υπήρχε περίπου μία πιθανότητα στις τρεις να προχωρήσει αιφνιδιαστικά σε αύξηση. Αντίθετα, οι αγορές προβλέψεων απέδιδαν ακόμη μεγαλύτερη πιθανότητα στη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα.

Ο Γουόρς έχει υποστηρίξει ότι η Fed θα πρέπει να αφιερώνει λιγότερο χρόνο στο να προαναγγέλλει τις επόμενες κινήσεις της στις αγορές και να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις συνθήκες υπό τις οποίες θα αναλάβει δράση. Ωστόσο, η ανακοίνωση της Τετάρτης δεν παρείχε ούτε συγκεκριμένη καθοδήγηση ούτε αναφορά στις προϋποθέσεις για μελλοντικές αποφάσεις, παρά το γεγονός ότι οι αγορές εξακολουθούν να αναμένουν σε μεγάλο βαθμό αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.

Η ανακοίνωση μετά τη συνεδρίαση ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη που είχε εκδοθεί μετά την απόφαση της 17ης Ιουνίου και συμβαδίζει με τη στάση που έχει τηρήσει η Fed καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, μετά τις τρεις μειώσεις επιτοκίων που πραγματοποιήθηκαν κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025.

Οι αξιωματούχοι επανέλαβαν ότι «η οικονομική δραστηριότητα αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα που οφείλεται εν μέρει στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή». Παράλληλα, στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι η αύξηση της απασχόλησης «συμβαδίζει με την αύξηση του εργατικού δυναμικού και το ποσοστό ανεργίας έχει μεταβληθεί ελάχιστα», παρά τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως και στην ανακοίνωση του Ιουνίου, το κείμενο καταλήγει με τη λιτή διατύπωση: «Η Επιτροπή θα διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών».