Financial Times: Το ευρώ σώθηκε, αλλά είναι ασφαλές;

Ο Peter Spiegel που προκάλεσε θύελλα στην Ελλάδα με τα πρόσφατα ρεπορτάζ στους Financial Times για την κρίση, καταθέτει τις εκτιμήσεις του για την επόμενη μέρα και ρωτά: Το ευρώ σώθηκε, αλλά είναι ασφαλές; 

Σχεδόν δύο χρόνια από τότε που ο Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα κάνει «whatever it takes» για να σώσει το ευρώ, η οξεία περίοδος της κρίσης φαίνεται να έχει τελειώσει.

Το κόστος δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από τότε που δημιουργήθηκε το ευρώ. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία βγήκαν από το πρόγραμμα διάσωσης χωρίς το δίχτυ ασφαλείας μιας πιστωτικής γραμμής από την Ε.Ε. Ακόμα και η Ελλάδα επιμένει ότι θα επιβιώσει χωρίς τρίτο πακέτο διάσωσης, όταν τελειώσει αργότερα φέτος το πρόγραμμα της Ε.Ε.

Ωστόσο πολλά από τα προβλήματα παραμένουν άλυτα. Πρώτον, το σχέδιο για την δημιουργία μιας δημοσιονομικής ένωσης, που πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν ότι είναι sine qua non για μια λειτουργική νομισματική ένωση, παραμένει ανολοκλήρωτο. Δεν υπάρχει ομοσπονδιακός προϋπολογισμός για να προσφέρει «μαξιλάρια» στις χώρες που δοκιμάζονται προσωρινά, κοινά ευρωομόλογα για την εξίσωση του κόστους δανεισμού και εναρμόνιση των εθνικών οικονομικών πολιτικών. Και χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Πορτογαλία παραμένουν βαθύτατα χρεωμένες.

Με την επιστροφή της ηρεμίας στις αγορές, πολλοί από αυτούς που μάχονται την κρίση για χρόνια, υπογραμμίζουν ότι η μεταρρυθμιστική κόπωση δεν περιορίζεται στις χώρες που μπήκαν σε προγράμματα διάσωσης, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία.

Στην σύνοδο κορυφής του Μαρτίου, την τελευταία πριν τις επικείμενες ευρωεκλογές, η προσπάθεια της κ. Μέρκελ να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα προς την δημοσιονομική ένωση –υπό τη μορφή δεσμευτικών εγγράφων εναρμόνισης των δημοσιονομικών προγραμμάτων- τέθηκε στο περιθώριο, καθώς οι περισσότεροι ηγέτες παραπονέθηκαν ότι είχαν ήδη κάνει αρκετά.

Τα ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι πολλοί στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη δυσφορούν από το ότι οι ηγέτες της Ε.Ε. όχι μόνο είναι απρόθυμοι να συνεχίσουν το δρόμο «επιδιόρθωσης» της ευρωζώνης, αλλά έχουν κάνει στροφή 180 μοιρών: Οι κυβερνήσεις στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα παίρνουν αποφάσεις με βάση την υπόθεση ότι η ευφορία στις αγορές θα κρατήσει.

Όπως το έθεσε αυτή τη βδομάδα και ο κορυφαίος οικονομολόγος της Citigroup Willem Buiter: «Αυτοί που λένε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει, καπνίζουν περίεργα τσιγάρα…»

Η επίσημη αντίδραση είναι ότι η κρίση έχει δημιουργήσει μια νέα «αρχιτεκτονική» στην Ευρώπη, που έχει αντικαταστήσει την ημιτελή συνθήκη του Μάαστριχτ, που άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Υπάρχουν νέοι μηχανισμοί για την αντιμετώπιση των κρίσεων και νέοι κανόνες για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής απειθαρχίας. Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα λίγο πριν τις κάλπες παραμένει εάν η νομισματική ένωση είναι πλέον πολιτικά βιώσιμη.

Οι παρούσες συμφωνίες δείχνουν επισφαλείς. Πλέον δεν είναι μόνο η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία που δέχονται διεθνείς παρεμβάσεις στους προϋπολογισμούς τους. Ρωτήστε τον Φρανσουά Ολάντ ή τον Ματέο Ρέντζι. Τόσο ο γάλλος πρόεδρος όσο και ο ιταλός πρωθυπουργός αγωνίζονται να παράγουν οικονομική ανάπτυξη, ρισκάροντας να παραβούν τους γερμανοφερμένους κανόνες προϋπολογισμού που υιοθετήθηκαν στους πρώτους μήνες της κρίσης.

Για τους φεντεραλιστές των Βρυξελλών, η λύση είναι «περισσότερη Ευρώπη». Και από πολλές πλευρές, τα επιχειρήματά τους είναι ακλόνητα. Εάν δεν αρέσει στους ψηφοφόρους ο τρόπος που οι Βρυξέλλες υλοποιούν τους κανόνες προϋπολογισμού, μπορούν να εκλέξουν νέους επιτρόπους που θα κινηθούν διαφορετικά. Μια εκλεγμένη πολύγλωσση ευρωπαϊκή κυβέρνηση που διαχειρίζεται την Ε.Ε. από τις Βρυξέλλες θα είχε την δημοκρατική αξιοπιστία να δημιουργήσει μια πλήρη οικονομική και νομισματική ένωση.

Ωστόσο, σε μια συγκυρία που το αντιευρωπαϊκό κλίμα είναι σε ιστορικά υψηλά σχεδόν σε κάθε χώρα της ευρωζώνης και τα κόμματα των ευρωσκεπτικιστών προβλέπεται να βγουν πρώτα ή δεύτερα σε τρεις από τις έξι ιδρυτικές χώρες της Ένωσης (Γαλλία, Ιταλία και Ολλανδία), κανείς δεν πιστεύει ότι η «περισσότερη Ευρώπη» είναι μια ρεαλιστική λύση.

Οπότε τι μας μένει; Έχει περάσει η κρίση σε μια φάση όπου οι σκληροί κανόνες προϋπολογισμού, που απαιτούν μειώσεις χρέους ανεξαρτήτως οικονομικών συνθηκών, θα καταδικάσουν κάποιες χώρες του Νότου σε λιτότητα και αναιμική ανάπτυξη για χρόνια; Και εάν είναι έτσι, θα μπορούν τα κυρίαρχα κόμματα στις χώρες αυτές να παραμένουν στην εξουσία, παρά το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι θα αντιλαμβάνονται ότι οι εκλεγμένες κυβερνήσεις τους δεν ελέγχουν πλέον τις πιο βασικές λειτουργίες ενός κράτους, όπως η φορολόγηση και οι δαπάνες;

Αυτή η γενιά ευρωπαίων ηγετών αξίζει να πιστωθεί ότι διατήρησε την ψυχραιμία της και κράτησε ενωμένη την ευρωζώνη με ένα μείγμα πολιτικού θάρρους και αυτοσχεδιασμών. Το πώς η επόμενη γενιά θα διαχειριστεί τη νέα Ευρώπη –στην οποία το ευρώ μπορεί να έχει σωθεί αλλά η οικονομική στασιμότητα και η πολιτική αστάθεια είναι στην ημερήσια διάταξη – θα μπορούσε να αποδειχθεί πρόκληση ανάλογη της κρίσης χρέους.