H ΕΚΤ σε τροχιά αυστηρής πολιτικής: Ενεργειακή κρίση και πόλεμος ωθούν τα επιτόκια σε νέα άνοδο

Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν μια πιο επιθετική στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς η ενεργειακή κρίση που συνδέεται με τη συνεχιζόμενη σύγκρουση με το Ιράν φαίνεται πως θα έχει διάρκεια σύμφωνα με το Reuters. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας σημαντικά τις πιθανότητες χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής ακόμη και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ανακοινώνουν την επιβολή αποκλεισμού στη θαλάσσια κυκλοφορία προς και από τα ιρανικά λιμάνια, μετά την αποτυχία των διπλωματικών προσπαθειών για τερματισμό του πολέμου. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για παρατεταμένη ενεργειακή αστάθεια, γεγονός που έχει ήδη οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ως αποτέλεσμα, οι αγορές έχουν αναθεωρήσει δραστικά τις προσδοκίες τους για την πορεία των επιτοκίων, αποτιμώντας πλέον πιθανότητα έως και 80% για αύξηση επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, ενώ συνολικά αναμένονται σχεδόν τέσσερις αυξήσεις μέσα στο 2026. Η μεταστροφή αυτή είναι εντυπωσιακή σε σχέση με το κλίμα πριν την έναρξη της σύγκρουσης, όταν οι επενδυτές έβλεπαν πιθανότητα μείωσης επιτοκίων εντός του έτους.

Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αντανακλά αυτές τις νέες προσδοκίες, με τα διετή ομόλογα –τα πιο ευαίσθητα στις μεταβολές των επιτοκίων– να καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις. Παράλληλα, οι αποδόσεις των δεκαετών γερμανικών ομολόγων ξεπέρασαν το 3%, ενώ τα spreads Ιταλίας και Γαλλίας έναντι των γερμανικών τίτλων διευρύνθηκαν σε υψηλά πολλών μηνών.

Η προοπτική παρατεταμένων υψηλών επιτοκίων δημιουργεί ένα πιο αυστηρό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, το οποίο αναμένεται να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και να αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, ιδίως για τις πιο ευάλωτες οικονομίες της ευρωζώνης. Οι δημοσιονομικές πιέσεις ενδέχεται έτσι να ενταθούν σημαντικά το επόμενο διάστημα.

Παράλληλα, η ΕΚΤ φαίνεται αποφασισμένη να κινηθεί ταχύτερα σε σχέση με το 2022, όταν είχε κατηγορηθεί ότι υποτίμησε την ένταση του πληθωρισμού. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή τη φορά θα επιδιώξει να προλάβει τις λεγόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις, δηλαδή τη μετάδοση των αυξήσεων τιμών σε μισθούς και ευρύτερα στο οικονομικό σύστημα, που μπορεί να καταστήσουν τον πληθωρισμό πιο επίμονο.

Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται στο παρόν, καθώς οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης παραμένουν στο επίκεντρο, ιδιαίτερα λόγω πιθανών ζημιών σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης ειρηνευτικής συμφωνίας, οι συνέπειες αυτές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι αγορές παραγώγων υποδεικνύουν περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων τους επόμενους μήνες, με το βασικό επιτόκιο να αναμένεται να φτάσει περίπου στο 2,6%, από επίπεδα κάτω του 2% πριν την κρίση. Οι σχετικοί δείκτες, όπως το ESTR και τα swaps πενταετούς διάρκειας, κινούνται ήδη σε υψηλά επίπεδα, αντικατοπτρίζοντας τη μεταβολή των προσδοκιών.

Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, η αξιοπιστία της ΕΚΤ παραμένει ισχυρή στα μάτια των επενδυτών, οι οποίοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι θα καταφέρει να συγκρατήσει τον πληθωρισμό κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα. Αυτό αποδίδεται εν μέρει στην επιτυχημένη διαχείριση της προηγούμενης κρίσης που συνδέθηκε με τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας.

Ωστόσο, η εξέλιξη της κατάστασης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από γεωπολιτικούς παράγοντες. Κομβικό σημείο αποτελεί το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Η επαναλειτουργία του θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθεροποίηση των αγορών, ενώ η παρατεταμένη διακοπή του ενδέχεται να εντείνει τις πιέσεις τόσο στον πληθωρισμό όσο και στην οικονομική ανάπτυξη.

Συνολικά, η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, όπου η νομισματική πολιτική, οι ενεργειακές εξελίξεις και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για κυβερνήσεις, επενδυτές και επιχειρήσεις.