JP Morgan, Jefferies και Citi ψηφίζουν ελληνικές τράπεζες – Οι νέοι στόχοι για Eurobank, Εθνική και Alpha Bank

Σε νέα φάση οργανικής ανάπτυξης περνούν οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τις πρώτες αναλύσεις των JP Morgan, Jefferies και Citi μετά τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου. Οι τρεις διεθνείς οίκοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η πιστωτική επέκταση επιταχύνεται, τα καθαρά έσοδα από τόκους αποδεικνύονται ανθεκτικότερα από τις αρχικές προβλέψεις και οι προμήθειες εξελίσσονται σε ολοένα σημαντικότερο πυλώνα κερδοφορίας.

Η θετική εικόνα συνοδεύεται από αναβαθμίσεις στόχων για το 2026, υψηλές αποδόσεις επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων και αυξημένες προσδοκίες για διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους. Στο επίκεντρο των αναλύσεων βρίσκονται η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα και η Alpha Bank, με τους οίκους να διατηρούν θετικές συστάσεις, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι μετοχές έχουν ήδη προσεγγίσει ή ξεπεράσει τις τιμές-στόχους.

Η JP Morgan διατηρεί σύσταση «Overweight» και για τις τρεις τράπεζες, με τιμές-στόχους 4,40 ευρώ για τη Eurobank, 4,40 ευρώ για την Alpha Bank και 16 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα. Η Jefferies επαναλαμβάνει σύσταση «Buy», τοποθετώντας τις τιμές-στόχους στα 5,10 ευρώ για τη Eurobank, 5 ευρώ για την Alpha Bank και 18,10 ευρώ για την Εθνική. Η Citi διατηρεί επίσης σύσταση αγοράς για Eurobank και Εθνική, με τιμές-στόχους 5 ευρώ και 17 ευρώ, αντίστοιχα.

Eurobank: Υπέρβαση κερδών και ισχυρή πιστωτική επέκταση

Η Eurobank κατέγραψε την καθαρότερη υπέρβαση των προσδοκιών σε επίπεδο τελικής κερδοφορίας. Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 425 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά 11%-12% τη μέση εκτίμηση της αγοράς και κατά 9% τις προβλέψεις της JP Morgan.

Η απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων ανήλθε στο 18% στο δεύτερο τρίμηνο και στο 16,6% στο πρώτο εξάμηνο, οδηγώντας τη διοίκηση σε αναβάθμιση του στόχου για το σύνολο του 2026 κοντά στο 17%, έναντι περίπου 16% προηγουμένως.

Η υπέρβαση στην κερδοφορία δεν προήλθε αποκλειστικά από τις βασικές τραπεζικές δραστηριότητες. Η JP Morgan επισημαίνει ότι σημαντική συμβολή είχαν τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις, τα οποία ανήλθαν στα 37 εκατ. ευρώ, έναντι πρόβλεψης 18 εκατ. ευρώ, καθώς και τα χαμηλότερα λειτουργικά έξοδα και οι μειωμένες προβλέψεις.

Παράλληλα, η Jefferies αναφέρει ότι τα κέρδη προ προβλέψεων ήταν κατά 4% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις, ενώ η Citi υπολογίζει υπέρβαση περίπου 5%.

Κομβικό στοιχείο για την επενδυτική ιστορία της Eurobank αποτελεί η ταχεία αύξηση των χορηγήσεων. Η οργανική πιστωτική επέκταση έφθασε τα 1,6 δισ. ευρώ στο δεύτερο τρίμηνο και τα 2,7 δισ. ευρώ στο εξάμηνο, με τα μικτά δάνεια να αυξάνονται κατά 2% σε τριμηνιαία και κατά 8%-11% σε ετήσια βάση, ανάλογα με τη μεθοδολογία υπολογισμού.

Οι ισχυροί όγκοι οδήγησαν τη διοίκηση να αυξήσει τον ετήσιο στόχο πιστωτικής επέκτασης στα 4,5 δισ. ευρώ, από 3,8 δισ. ευρώ προηγουμένως. Ταυτόχρονα, η εκτίμηση για την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους αναβαθμίστηκε στο 7%, από μόλις 2,5%, ενώ ο στόχος για την οργανική αύξηση των προμηθειών ανέβηκε στο 10%, από 7%.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους διαμορφώθηκαν στα 685 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 3% σε τριμηνιαία βάση, με το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο να βελτιώνεται κατά 2 μονάδες βάσης, στο 2,48%.

Η JP Morgan θεωρεί ότι η αγορά έχει ήδη ενσωματώσει σημαντικό μέρος της νέας καθοδήγησης, αλλά βλέπει περιθώριο χαμηλής μονοψήφιας αναβάθμισης στα καθαρά έσοδα από τόκους λόγω των ισχυρότερων όγκων. Η Jefferies εκτιμά ότι ακόμη και οι νέοι στόχοι μπορεί να είναι συντηρητικοί, καθώς δεν αποτυπώνουν πλήρως τη δυναμική των προμηθειών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η Citi ξεχωρίζει επίσης τη μείωση του κόστους κινδύνου στις 50 μονάδες βάσης και την υποχώρηση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 2,5%, επισημαίνοντας πάντως ότι ο δείκτης κάλυψης μειώθηκε στο 82,4%, από 94,1% στο τέλος Μαρτίου.

Η Eurobank αποτιμάται, σύμφωνα με την JP Morgan, περίπου στις 9,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και στις 1,5 φορές την ενσώματη λογιστική της αξία.

Εθνική Τράπεζα: Επιτοκιακό περιθώριο, δάνεια και κεφαλαιακή υπεροχή

Για την Εθνική Τράπεζα, οι διεθνείς οίκοι εστιάζουν στην επαναφορά του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου σε ανοδική τροχιά, στην ισχυρή παραγωγή νέων δανείων και στην υψηλή κεφαλαιακή της ευελιξία.

Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 317 εκατ. ευρώ, κατά 2% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της αγοράς, αλλά κατά 4% χαμηλότερα από τις προβλέψεις της JP Morgan. Η Jefferies αναφέρεται σε καθαρά κέρδη 295 εκατ. ευρώ, με τα προσαρμοσμένα αποτελέσματα και τα κέρδη προ προβλέψεων να υπερβαίνουν κατά περίπου 2% τη συναίνεση.

Η απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 15,6%, ξεπερνώντας τον αναβαθμισμένο ετήσιο στόχο της διοίκησης για απόδοση άνω του 15%.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 3% στο τρίμηνο, στα 555 εκατ. ευρώ, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο βελτιώθηκε οριακά στο 2,73% ή στις 273 μονάδες βάσης.

Η διοίκηση προβλέπει καλύτερη πορεία στο δεύτερο εξάμηνο, καθώς η αύξηση των δανείων και η καθυστερημένη θετική επίδραση της ανατιμολόγησης αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω τα έντοκα έσοδα. Ο νέος στόχος για το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο τοποθετείται κοντά στις 280 μονάδες βάσης, ενώ η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους αναμένεται πλέον σε μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό.

Η καθαρή πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε στα 1,9 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, με το χαρτοφυλάκιο δανείων να αυξάνεται κατά 11%-13% σε ετήσια βάση. Οι επιχειρηματικές χορηγήσεις ενισχύθηκαν κατά 17%, ενώ τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 15%.

Ιδιαίτερα θετική ήταν και η πορεία των προμηθειών, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 14% σε τριμηνιαία και κατά 12% σε ετήσια βάση, στα 129 εκατ. ευρώ. Τα υπό διαχείριση κεφάλαια ενισχύθηκαν κατά 34%, στα 10,6 δισ. ευρώ.

Η JP Morgan δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις συνεργασίες με την Allianz και τη Dromeus Capital. Η αρχική επένδυση 400 εκατ. ευρώ σε χαρτοφυλάκιο επαγγελματικών ακινήτων, σε συνδυασμό με τη μακροπρόθεσμη συνεργασία στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, εκτιμάται ότι θα προσθέσει περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση των προμηθειών την περίοδο 2027-2028.

Μαζί με τη συμφωνία με την Allianz, οι δύο συναλλαγές μπορούν, κατά την JP Morgan, να συνεισφέρουν περίπου 80 εκατ. ευρώ στα κέρδη του 2027 και 100 εκατ. ευρώ το 2028.

Η ποιότητα ενεργητικού παραμένει ισχυρή, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 2,4% και το κόστος κινδύνου στις 38 μονάδες βάσης. Ο δείκτης CET1 στο 17,3% αποτελεί έναν από τους υψηλότερους στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, παρέχοντας σημαντική ευελιξία για αυξημένες διανομές, εξαγορές ή άλλες επενδυτικές κινήσεις.

Η μετοχή αποτιμάται περίπου στις 10,7 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και στις 1,4 φορές την ενσώματη λογιστική αξία.

Alpha Bank: Ισχυρή οργανική κερδοφορία και προμήθειες

Στην Alpha Bank, οι αναλυτές ξεχωρίζουν την ισχυρή οργανική εικόνα, την ταχεία αύξηση των δανείων και την ενίσχυση των προμηθειών, ενώ θετικά αξιολογείται και η πρόθεση καταβολής ενδιάμεσου μερίσματος.

Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 275 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά 17% τόσο τις εκτιμήσεις της αγοράς όσο και τις προβλέψεις της JP Morgan. Τα δημοσιευμένα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 316 εκατ. ευρώ, περίπου 30%-32% υψηλότερα από τις προβλέψεις, επηρεασμένα θετικά και από αναγνώριση αναβαλλόμενου φόρου ύψους 120 εκατ. ευρώ.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5% σε τριμηνιαία και κατά 9% σε ετήσια βάση, στα 436 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 2% τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις.

Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο βελτιώθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στο 2,16%, επίδοση την οποία η JP Morgan θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένης της μεγαλύτερης ευαισθησίας της Alpha Bank στις μεταβολές των επιτοκίων.

Τα δάνεια αυξήθηκαν κατά 4% στο τρίμηνο και κατά 12% σε ετήσια βάση, με την καθαρή πιστωτική επέκταση να ανέρχεται σε 1,6 δισ. ευρώ, κυρίως από επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις στην Ελλάδα. Οι καταθέσεις ενισχύθηκαν κατά 6% σε τριμηνιαία και κατά 14% σε ετήσια βάση.

Οι δημοσιευμένες προμήθειες ανήλθαν στα 187 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 34% στο τρίμηνο και κατά 38% σε ετήσια βάση. Η JP Morgan επισημαίνει ότι τα στοιχεία περιλάμβαναν μέρισμα 40 εκατ. ευρώ από την Prodea. Χωρίς τη συγκεκριμένη έκτακτη συνεισφορά, οι προμήθειες κινήθηκαν κοντά στις εκτιμήσεις, διατηρώντας πάντως οργανική αύξηση 5% στο τρίμηνο και 9% σε ετήσια βάση.

Η Jefferies υπολογίζει ότι οι προμήθειες, εξαιρουμένου του μερίσματος της Prodea, αυξήθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση, ενισχύοντας την εικόνα διαφοροποίησης της κερδοφορίας.

Η διοίκηση αναβάθμισε τον στόχο για τα κανονικοποιημένα κέρδη ανά μετοχή του 2026 στα 0,41 ευρώ, από 0,40 ευρώ, και επιβεβαίωσε τον στόχο για δημοσιευμένα κέρδη 950 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, ανακοίνωσε πρόθεση καταβολής ενδιάμεσου μερίσματος 124 εκατ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο, υπό την αίρεση των εποπτικών εγκρίσεων.

Το κόστος πιστωτικού κινδύνου υποχώρησε στις 39 μονάδες βάσης, έναντι πρόβλεψης 46 μονάδων, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώθηκε στο 3,6%.

Ο δείκτης CET1 κινήθηκε στο 14%-14,3% μετά τον υπολογισμό των διανομών. Η Jefferies επισημαίνει ότι η υποχώρησή του οφείλεται κυρίως σε έκτακτες επιβαρύνσεις και συναλλαγές και όχι σε αδυναμία οργανικής παραγωγής κεφαλαίου.

Κρίσιμος επενδυτικός καταλύτης θεωρείται η ημέρα επενδυτών του Νοεμβρίου, κατά την οποία η διοίκηση αναμένεται να παρουσιάσει τους μακροπρόθεσμους στόχους της τράπεζας. Η JP Morgan θεωρεί ότι τα ισχυρά αποτελέσματα μπορούν να επαναφέρουν τη δυναμική της μετοχής, η οποία είχε υποαποδώσει έναντι του τραπεζικού κλάδου.

Η Alpha Bank αποτιμάται περίπου στις 9,2 φορές τα κέρδη του 2027 και στις 1,1 φορές την ενσώματη λογιστική αξία.

Το νέο επενδυτικό αφήγημα του κλάδου

Η συνολική εικόνα που σχηματίζουν JP Morgan, Jefferies και Citi είναι ότι η ελληνική τραπεζική αγορά περνά από τη φάση της ανθεκτικότητας σε έναν νέο κύκλο οργανικής ανάπτυξης.

Τα υψηλά επιτόκια δεν αποτελούν πλέον τον μοναδικό μοχλό κερδοφορίας. Η αύξηση των δανείων, η σταθεροποίηση ή και βελτίωση των επιτοκιακών περιθωρίων, η ισχυρή ανάπτυξη των προμηθειών, η βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού και η υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια δημιουργούν ένα περισσότερο διαφοροποιημένο και διατηρήσιμο μοντέλο παραγωγής κερδών.

Οι αναβαθμίσεις των στόχων για Eurobank και Εθνική, η ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας της Alpha Bank και η προοπτική υψηλότερων μερισμάτων ενισχύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον για τον κλάδο. Την ίδια στιγμή, όμως, οι αποτιμήσεις έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα οι νέες αναβαθμίσεις κερδών και οι διανομές κεφαλαίου να αποτελούν πλέον τους βασικούς καταλύτες για τη συνέχιση της ανοδικής πορείας των τραπεζικών μετοχών.