Με μικρή αναβάθμιση της τιμής-στόχου στα €19,90 από €18,90, η JPMorgan διατηρεί ουδέτερη σύσταση για τον ΟΤΕ, εκτιμώντας ότι η επενδυτική εικόνα του ομίλου παραμένει ισορροπημένη ανάμεσα στην ανθεκτική λειτουργική επίδοση και στους αυξανόμενους κινδύνους από τον ανταγωνισμό στην αγορά οπτικών ινών. Με τη μετοχή να κινείται κοντά στα €18,16, ο αμερικανικός οίκος θεωρεί ότι το περιθώριο ανόδου παραμένει περιορισμένο, γεγονός που δεν δικαιολογεί πιο επιθετική επενδυτική στάση.
Η νέα έκθεση επικεντρώνεται κυρίως στην προεπισκόπηση των αποτελεσμάτων πρώτου τριμήνου, όπου η εικόνα αναμένεται μικτή. Η JPMorgan εκτιμά ότι τα έσοδα του ομίλου θα διαμορφωθούν στα €814 εκατ., παρουσιάζοντας οριακή πτώση 0,5% σε ετήσια βάση. Η υποχώρηση αποδίδεται κυρίως στη σταδιακή απόσυρση δραστηριοτήτων διεθνούς χονδρικής χαμηλού περιθωρίου, στοιχείο που επιβαρύνει τη συνολική εικόνα των εσόδων χωρίς όμως να αναιρεί τη βελτίωση που καταγράφεται στις βασικές δραστηριότητες της ελληνικής αγοράς.
Παρά τη συγκρατημένη στάση, η JPMorgan αναγνωρίζει ότι ο ΟΤΕ εξακολουθεί να εμφανίζει ελκυστικά χαρακτηριστικά αποτίμησης. Για το 2026, η μετοχή διαπραγματεύεται με δείκτη P/E περίπου 11 φορές, ενώ προσφέρει απόδοση ελεύθερων ταμειακών ροών 9% και συνολική απόδοση προς τους μετόχους κοντά στο 8%. Το πρόγραμμα επιστροφών προς τους μετόχους εκτιμάται στα €532 εκατ., εκ των οποίων περίπου €355 εκατ. αφορούν μερίσματα και περίπου €177 εκατ. επαναγορές ιδίων μετοχών. Σύμφωνα με τον οίκο, τα στοιχεία αυτά στηρίζουν τη μετοχή, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν πιο ελκυστικές επιλογές στον ευρωπαϊκό τηλεπικοινωνιακό κλάδο.
Στην κινητή τηλεφωνία, η JPMorgan προβλέπει ότι τα έσοδα υπηρεσιών θα αυξηθούν κατά 3,4% στο πρώτο τρίμηνο, μετά την ισχυρή επίδοση 5,2% του τέταρτου τριμήνου του 2025. Στη λιανική σταθερή τηλεφωνία, η ανάπτυξη αναμένεται στο 1,7%, χαμηλότερα από το 2,6% του προηγούμενου τριμήνου. Τα προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη μετά από μισθώσεις εκτιμώνται στα €338 εκατ., αυξημένα κατά 2,7%, επίπεδο που κινείται ουσιαστικά εντός της διοικητικής καθοδήγησης για αύξηση περίπου 3% στο σύνολο του 2026.
Το ασθενέστερο σημείο της περιόδου αφορά τις ταμειακές ροές. Οι προσαρμοσμένες ελεύθερες ταμειακές ροές μετά μισθώσεις εκτιμώνται στα €82 εκατ., έναντι €109 εκατ. το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Η JPMorgan αποδίδει τη διαφορά κυρίως στη φορολογική βάση σύγκρισης, καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2025 είχε ενισχυθεί από επιστροφές φόρου. Σε ετήσια βάση πάντως, η εικόνα εμφανίζεται ισχυρότερη, με τις ελεύθερες ταμειακές ροές μετά μισθώσεις να προβλέπονται στα €749 εκατ., συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών ωφελειών.
Για το 2026, ο αμερικανικός οίκος αυξάνει τις προβλέψεις του για τα λειτουργικά κέρδη μετά μισθώσεων κατά περίπου 1%, παρά το γεγονός ότι μειώνει τις εκτιμήσεις εσόδων κατά περίπου 1% για το 2026 και κατά περίπου 5% για το 2027. Όπως εξηγεί, τα έσοδα που αποσύρονται είναι χαμηλού περιθωρίου και συνεπώς έχουν περιορισμένη επίδραση στην τελική κερδοφορία. Παράλληλα, οι υποκείμενες ελεύθερες ταμειακές ροές για το 2026 αναβαθμίζονται κατά περίπου 11%, λόγω υψηλότερων λειτουργικών επιδόσεων, χαμηλότερων χρηματοοικονομικών εξόδων και βελτιωμένης διαχείρισης κεφαλαίου κίνησης.
Η JPMorgan θεωρεί ότι η σημαντικότερη πρόκληση για την επόμενη διετία παραμένει η αγορά σταθερής τηλεφωνίας και ευρυζωνικών υπηρεσιών. Αν και οι τιμές στην αγορά έχουν αρχίσει να σταθεροποιούνται μετά τις πιέσεις του προηγούμενου διαστήματος, ο ανταγωνισμός παραμένει έντονος. Ο οίκος σημειώνει ότι η ΔΕΗ συνεχίζει να εφαρμόζει ιδιαίτερα επιθετική τιμολογιακή πολιτική στις οπτικές ίνες, προσφέροντας εκπτώσεις που κυμαίνονται από 25% έως 45% έναντι του ΟΤΕ. Σύμφωνα με την JPMorgan, η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας μεριδίων αγοράς και περιορίζει τη δυνατότητα του ΟΤΕ να αποκομίσει πλήρως την αξία των σημαντικών επενδύσεων που πραγματοποιεί στα δίκτυα νέας γενιάς.




