Media and Magazine Days 2026-Δ. Κιρμικίρογλου:«Ο έντυπος Τύπος ασπίδα της δημοκρατίας»-Α. Αγάτσα:«Το ΑΠΕ-ΜΠΕ θεσμικός τροφοδότης»

Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται με ρυθμούς που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, ο ρόλος του έντυπου Τύπου επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως κρίσιμος παράγοντας δημοκρατικής ισορροπίας. Η υπερπληροφόρηση, η διάχυση ανακριβούς περιεχομένου στα ψηφιακά δίκτυα και η εντεινόμενη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των ειδήσεων δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι παραδοσιακές μορφές δημοσιογραφίας επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους.

Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο του πάνελ με τίτλο «Ο θεσμικός ρόλος της έντυπης ενημέρωσης στη σύγχρονη εποχή» στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Media & Magazine Days 2026» κατά το οποίο τοποθετήθηκαν ο γενικός γραμματέας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας Δημήτρης Κιρμικίρογλου, η πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ Άρια Αγάτσα, ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών Γιώργος Δήμας και ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ Σωτήρης Τριανταφύλλου, αναδεικνύοντας διαφορετικές αλλά συγκλίνουσες όψεις του ίδιου προβληματισμού.

Κιρμικίρογλου: «Η ενίσχυση του έντυπου Τύπου είναι ασπίδα της δημοκρατίας»

Ο γ.γ. Επικοινωνίας και Ενημέρωσης έθεσε εξαρχής το πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη του έντυπου Τύπου δεν αποτελεί απλώς μια κλαδική πολιτική, αλλά μια ευρύτερη δημοκρατική επιλογή.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «η πρώτη στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης ήταν η ενίσχυση του έντυπου Τύπου ως ασπίδα της δημοκρατίας, ως ενίσχυση της δημοκρατίας», συνδέοντας ευθέως τη βιωσιμότητα των μέσων με την ποιότητα της δημοκρατικής λειτουργίας.

Ο ίδιος τόνισε ότι σε περιβάλλον μειωμένης εμπιστοσύνης, η ενημέρωση δεν μπορεί να αφεθεί ανεξέλεγκτη, σημειώνοντας ότι «όταν υποχωρεί η εμπιστοσύνη, χάνεται το έδαφος της δημοκρατίας».

Κεντρικό εργαλείο της πολιτικής αυτής, σύμφωνα με τον κ. Κιρμικίρογλου, είναι η θεσμική οργάνωση του χώρου μέσω μητρώων και κανόνων διαφάνειας. Όπως ανέφερε, «τα μητρώα στα οποία αν δεν είναι κάποιος εγγεγραμμένος δεν μπορεί να λάβει κανένα ευρώ κρατική διαφήμιση, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν», αποτελούν κρίσιμο μηχανισμό λογοδοσίας και εξορθολογισμού της κρατικής ενίσχυσης.

Ο γενικός γραμματέας στάθηκε επίσης στη φιλοσοφία του πολυετούς προγράμματος στήριξης του Τύπου, το οποίο, όπως είπε, έχει σαφές αναπτυξιακό και όχι αποσπασματικό χαρακτήρα.

Ειδική αναφορά έκανε στο κοινωνικό αποτύπωμα του προγράμματος, επισημαίνοντας ότι στηρίζει όχι μόνο επιχειρήσεις αλλά και εργαζόμενους και πολυφωνία: η ενίσχυση αφορά, όπως είπε, «τη στήριξη των θέσεων εργασίας από τη μία πλευρά και τη στήριξη του κύκλου εργασιών από την άλλη».

Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διεθνή διάσταση των εξελίξεων, τονίζοντας ότι η συζήτηση για τον Τύπο δεν είναι μόνο εθνική αλλά και ευρωπαϊκή. Όπως σημείωσε, η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για τα μέσα συνδέεται με την ανάγκη «στήριξης της ελευθερίας των μέσων και της βιωσιμότητάς τους», καθώς η αγορά ενημέρωσης μεταβάλλεται ριζικά λόγω των ψηφιακών πλατφορμών.

Υπογράμμισε επίσης ότι η στήριξη του Τύπου πρέπει να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, επισημαίνοντας ότι η μετατόπιση της διαφημιστικής αγοράς σε διεθνείς πλατφόρμες δημιουργεί ασύμμετρες πιέσεις στα παραδοσιακά μέσα.

Κλείνοντας, ο Δημήτρης Κιρμικίρογλου ανέδειξε τον θεσμικό ρόλο του κράτους ως εγγυητή της πολυφωνίας, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη του Τύπου δεν είναι απλώς οικονομική επιλογή αλλά βασική δημοκρατική υποχρέωση.

Άρια Αγάτσα: «Το ΑΠΕ-ΜΠΕ δεν είναι ανταγωνιστής του Τύπου, αλλά θεσμικός τροφοδότης»

Η πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Άρια Αγάτσα, έθεσε στο επίκεντρο τον ρόλο του Πρακτορείου ως βασικού πυλώνα του ενημερωτικού οικοσυστήματος. Ξεκαθάρισε ότι το ΑΠΕ-ΜΠΕ δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον Τύπο, αλλά υποστηρικτικά, επισημαίνοντας ότι το ΑΠΕ-ΜΠΕ «είναι θεσμικός τροφοδότης, είναι ένας κόμβος αξιόπιστης πρώτης ύλης».

Όπως σημείωσε η κα Αγάτσα, ο ρόλος του Πρακτορείου είναι να εξασφαλίζει αξιόπιστη, διασταυρωμένη και άμεσα αξιοποιήσιμη πληροφορία για όλα τα μέσα ενημέρωσης, από τον έντυπο Τύπο μέχρι τα ψηφιακά και ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ οφείλει να υπηρετεί την ακρίβεια, τη διασταύρωση και την ταχύτητα με έλεγχο, λειτουργώντας ως «θεσμικά θωρακισμένος οργανισμός ενημέρωσης» προσέθεσε.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σχέση του Πρακτορείου με τον Τύπο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μόνιμες θεσμικές γέφυρες συνεργασίας. Όπως ανέφερε, απαιτείται ένας οργανισμός «ανοιχτός στο διάλογο με τους εκδότες, τις ενώσεις και την ακαδημαϊκή κοινότητα».

Παράλληλα, τόνισε ότι ο έντυπος Τύπος έχει ανάγκη όχι μόνο από πληροφορία αλλά και από βάθος και τεκμηρίωση, επισημαίνοντας ότι χρειάζεται «πρόσβαση σε αρχείο, διεθνή εικόνα και δυνατότητα διασταύρωσης».

Σε θεσμικό επίπεδο, η κα Αγάτσα σημείωσε ότι η αποστολή του ΑΠΕ-ΜΠΕ είναι να δίνει «μια αξιόπιστη βάση πληροφόρησης» στο σύνολο του οικοσυστήματος ενημέρωσης, ώστε να ενισχύεται η ποιότητα της δημόσιας πληροφόρησης.

Στην τοποθέτησή της, έδωσε επίσης ιδιαίτερη έμφαση στον θεσμικό και δημοκρατικό ρόλο του έντυπου Τύπου στη σύγχρονη εποχή της υπερπληροφόρησης, υπογραμμίζοντας ότι ο Τύπος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας ακόμη κλάδος της οικονομίας, αλλά ως βασικός πυλώνας της δημοκρατικής λειτουργίας. Όπως σημείωσε, «ο έντυπος Τύπος δεν είναι απομεινάρι του παρελθόντος», αλλά αντιθέτως αποτελεί «θεσμικό αντίβαρο στο χάος της πληροφορίας», καθώς προσφέρει βάθος, διασταύρωση και ιεράρχηση της είδησης σε μια εποχή όπου η πληροφορία κυκλοφορεί αστραπιαία αλλά όχι πάντα αξιόπιστα. Τόνισε επίσης ότι η αξία της έντυπης ενημέρωσης δεν έγκειται στην ταχύτητα, αλλά στην τεκμηρίωση και στη δημοσιογραφική ευθύνη, επισημαίνοντας πως «η αλήθεια χρειάζεται χρόνο», σε αντίθεση με τη βιασύνη της ψηφιακής επικαιρότητας. Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο των εντύπων ως φορέων κουλτούρας και δημόσιου διαλόγου, που δεν περιορίζονται στη μετάδοση ειδήσεων, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κριτικής σκέψης και της δημοκρατικής συνείδησης των πολιτών.

Οι προκλήσεις του έντυπου Τύπου: οικονομία και δομικές αλλαγές

Ο Γιώργος Δήμας, από την πλευρά των εκδοτών, ανέδειξε τις σημαντικές οικονομικές και διαρθρωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο έντυπος Τύπος. Όπως επισήμανε, η μείωση των σημείων πώλησης κατά περίπου 40% έχει επηρεάσει καθοριστικά την κυκλοφορία των εφημερίδων και τη βιωσιμότητα του δικτύου διανομής.

Παράλληλα, ανέδειξε το αυξημένο κόστος παραγωγής, ιδίως στο χαρτί και την εκτύπωση, το οποίο έχει επιβαρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Οι αυξήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις πιέσεις της αγοράς και τη μετατόπιση του κοινού προς τα ψηφιακά μέσα, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις εκδοτικές επιχειρήσεις.

Ο ίδιος τόνισε ότι ο έντυπος Τύπος παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός δημοσιογραφικού περιεχομένου στη χώρα, παράγοντας εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες ετησίως, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία του για την ενημέρωση και τη δημόσια σφαίρα.

Η δημοσιογραφία ως θεσμός και η ανάγκη πολυφωνίας

Ο Σωτήρης Τριανταφύλλου, πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ, ανέδειξε τη δημοσιογραφία ως θεσμικό πυλώνα της δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι ο έντυπος Τύπος εξακολουθεί να διατηρεί υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και κύρους.

Όπως σημείωσε, οι πολίτες συνεχίζουν να εμπιστεύονται τα έντυπα μέσα, ενώ παράλληλα αναγνωρίζουν την αξία της ποιοτικής ενημέρωσης και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για αυτή.

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στον ειδικό και περιφερειακό Τύπο, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως κρίσιμος πυλώνας εξειδικευμένης και τοπικής ενημέρωσης. Ο ειδικός Τύπος προσφέρει βάθος, θεματική εξειδίκευση και επαγγελματική γνώση, ενώ ο περιφερειακός Τύπος λειτουργεί ως βασικός δίαυλος επικοινωνίας των τοπικών κοινωνιών.

Ο ειδικός και περιφερειακός Τύπος, σύμφωνα με τον κ. Τριανταφύλλου, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της σύνδεσης των πολιτών με τις τοπικές κοινωνίες και στην ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής.

Όπως προέκυψε από το πάνελ, ο έντυπος Τύπος, παρά τις οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις, εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής πληροφόρησης. Για το λόγο αυτό η ενίσχυσή του, η θεσμική θωράκιση της λειτουργίας του, η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και η προσαρμογή στο ψηφιακό περιβάλλον αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη βιωσιμότητά του.