Συνέχιση της αναπτυξιακής τροχιάς της ελληνικής οικονομίας, αλλά με πιο μετριοπαθείς ρυθμούς, προβλέπει η Standard & Poor’s σε νέα ανάλυσή της για την Ελλάδα, μετά την επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας στις 24 Απριλίου 2026.
Ο οίκος σκιαγραφεί μια εικόνα ανθεκτικότητας, τονίζοντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σταθερές αναπτυξιακές και δημοσιονομικές επιδόσεις, παρά τις πιέσεις από τη γεωπολιτική αστάθεια, τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την άνοδο των τιμών ενέργειας.
Η S&P αναθεωρεί χαμηλότερα την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2026 στο 1,7% από 2,3%, εκτιμώντας ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις της σύγκρουσης θα επηρεάσουν την εξωτερική ζήτηση, τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Παρά την επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της ευρωζώνης, για την οποία ο οίκος προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1%.
Βασικό στήριγμα της οικονομίας παραμένει η εσωτερική ζήτηση, η ανθεκτική αγορά εργασίας και η επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, ενώ η αύξηση των πραγματικών μισθών ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Standard & Poor’s αναγνωρίζει την ισχυρή επίδοση της χώρας. Το 2025 καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 4,8% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερο από τον αρχικό στόχο του 2,5%, ενώ το δημοσιονομικό πλεόνασμα ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ. Ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα κατά μέσο όρο 2,7% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2029.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη βελτίωση της δυναμικής του χρέους. Η S&P προβλέπει ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει στο 131% του ΑΕΠ το 2026 και περαιτέρω στο 110% έως το 2029. Παρά το υψηλό επίπεδο του χρέους, το προφίλ του χαρακτηρίζεται ευνοϊκό, με μέση διάρκεια περίπου 18,7 έτη και χαμηλό μέσο κόστος εξυπηρέτησης.
Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι η βασική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας παραμένει ο εξωτερικός τομέας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που διαμορφώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, αναμένεται να διευρυνθεί στο 7,3% το 2026, λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας και της εξάρτησης της χώρας από εισαγόμενα αγαθά και υδρογονάνθρακες.
Η S&P προειδοποιεί ότι οι επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και οι αυξημένες ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας. Παράλληλα, καταγράφει διαρθρωτικές αδυναμίες στις αγορές προϊόντων, στην αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης και στην αντίληψη περί διαφθοράς.
Στον αντίποδα, θετικά αξιολογείται η πρόοδος στο τραπεζικό σύστημα. Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας και η ενίσχυση των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών περιορίζουν τους κινδύνους και στηρίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η σταθερή προοπτική της αξιολόγησης αντανακλά, σύμφωνα με την S&P, την ισορροπία ανάμεσα στις ισχυρές οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας και στα ακόμη υψηλά επίπεδα δημόσιου και εξωτερικού χρέους. Αναβάθμιση θα μπορούσε να υπάρξει εάν μειωθούν διατηρήσιμα οι εξωτερικές ανισορροπίες ή το εξωτερικό χρέος, ενώ υποβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της δημοσιονομικής πορείας.
Συνολικά, η Standard & Poor’s βλέπει μια ελληνική οικονομία που παραμένει σε αναπτυξιακή τροχιά, με ισχυρότερα δημοσιονομικά θεμέλια και ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και με κρίσιμες προκλήσεις στην ενέργεια, στο εξωτερικό ισοζύγιο, στη δημογραφία και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.




