
Σε επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης BBB/A-2 για την Ελλάδα προχώρησε o S&P, διατηρώντας σταθερές προοπτικές στο ελληνικό αξιόχρεο.
Οπως επισημαίνει, η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά καταγραφής διαδοχικών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, τα οποία εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 3,8% του ΑΕΠ το 2026, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση της ανεργίας, παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.
Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν αυξημένες, ο οίκος εκτιμά ότι η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη και η συμμόρφωσή της με τις δημοσιονομικές συνθήκες της ΕΕ παρέχουν προστασία έναντι του κινδύνου μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.
Η οικονομική ανάπτυξη έχει επιδείξει ανθεκτικότητα παρά τις διαδοχικές κρίσεις, ενώ οι προοπτικές παραμένουν θετικές, χάρη στο ακόμη υψηλό απόθεμα επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιάζονται.
Oι δημοσιονομικοί δείκτες προμηνύουν νέα υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων το 2025. Η αύξηση των τρεχουσών δαπανών έχει συγκρατηθεί, ενώ τα έσοδα καταγράφουν ισχυρή άνοδο, υποστηριζόμενα από τις προσπάθειες ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης, τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και τις εισροές επιχορηγήσεων που συνδέονται με έργα του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Συνολικά, η κυβέρνηση φαίνεται να βρίσκεται και φέτος σε τροχιά υπέρβασης των δημοσιονομικών στόχων της, ενώ o oίκος εκτιμά ότι, παρά την πιθανή περαιτέρω χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, οι δημοσιονομικές επιδόσεις θα παραμείνουν ευνοϊκές τα επόμενα χρόνια. Προβλέπει ότι το ενοποιημένο δημοσιονομικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα θα εμφανίσει πλεόνασμα 0,4% του ΑΕΠ φέτος και στη συνέχεια θα περάσει σε ήπιο έλλειμμα, το οποίο θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 0,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2028.
Παρά την αυξανόμενη παγκόσμια αβεβαιότητα, οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να εμφανίζονται σταθερές. Η βιομηχανική παραγωγή παρέμεινε στάσιμη κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους, αντανακλώντας την ασθενέστερη ανάπτυξη σε βασικούς ευρωπαϊκούς εμπορικούς εταίρους και τη μείωση των εξαγωγών αγαθών. Ωστόσο, οι τουριστικές εισπράξεις έως τον Ιούλιο αυξήθηκαν κατά 12,5% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Παράλληλα, η πιστωτική επέκταση στην εγχώρια αγορά επιταχύνθηκε, ιδίως όσον αφορά τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τις θετικές επιδράσεις στο εισόδημα από την άνοδο των αποτιμήσεων των ακινήτων και των εγχώριων μετοχών, στήριξε την ανάκαμψη των λιανικών πωλήσεων και της κατανάλωσης.
Προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,1% φέτος, καθώς η μεγαλύτερη βεβαιότητα σχετικά με την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ αναμένεται να τονώσει τη μεταποιητική δραστηριότητα αργότερα μέσα στο έτος. Η σταθερή και συνεχής μείωση της ανεργίας, σε συνδυασμό με την αύξηση των πραγματικών μισθών, θα στηρίξει επίσης την ιδιωτική κατανάλωση.
Οι σημαντικές οικονομικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας πιο βιώσιμη, ωστόσο οι δυσλειτουργίες σε τομείς όπως η Δικαιοσύνη εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση. Επίσης, οι δημογραφικές πιέσεις επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, θα εξακολουθήσουν να καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στην ατζέντα της οικονομικής πολιτικής.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει σε υψηλά επίπεδα ελλείμματος. Ωστόσο, η αύξηση των τουριστικών εισπράξεων το 2025, σε συνδυασμό με τη μείωση των πληρωμών τόκων και των τιμών του πετρελαίου, οδήγησε σε μικρή υποχώρηση του ελλείμματος. Επιπλέον, οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν θετικά στην αύξηση του ΑΕΠ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, χάρη στην ισχυρή αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών το δεύτερο τρίμηνο. Αν και οι ανάγκες για εισαγωγές αναμένεται να παραμείνουν υψηλές φέτος και το επόμενο έτος, καθώς επιταχύνεται η υλοποίηση των έργων του NGEU, ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα θα περιορίσει σταδιακά το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της.
Η S&P θα μπορούσε να αναβαθμίσει την αξιολογήση εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας βελτιώνονταν ουσιαστικά και με διάρκεια. Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν ο οίκος παρατηρούσε μείωση της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές.
Θα μπορούσε επίσης να αναβαθμίσει την Ελλάδα εάν το εξωτερικό χρέος της χώρας, μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο, μειωνόταν σημαντικά.
Αντίθετα, θα μπορούσε να υποβαθμίσει την αξιολογήση εάν η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας σημείωνε αισθητή επιδείνωση.




