Η JP Morgan προχωρά σε μια διττή αποτίμηση της αναβάθμισης της ελληνικής αγοράς, αναγνωρίζοντας τις άμεσες θετικές επιδράσεις, αλλά ταυτόχρονα εκφράζοντας σαφείς επιφυλάξεις για τη μεσοπρόθεσμη πορεία.
Με τίτλο «Ένα δισεκατομμύριο λόγοι για να είμαστε χαρούμενοι για την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο – αλλά θα παραμείνουμε δυσαρεστημένοι τον Μάιο του 2027», η επενδυτική τράπεζα επισημαίνει ότι ο STOXX επιβεβαίωσε τη μετάταξη της Ελλάδας από τις αναδυόμενες αγορές στις ανεπτυγμένες, με ημερομηνία εφαρμογής την 22α Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε εισροές που προσεγγίζουν το 1 δισ. δολάρια, ενισχύοντας τη ρευστότητα και τη δυναμική της αγοράς. Η συγκεκριμένη απόφαση, ωστόσο, δεν αποτέλεσε έκπληξη για τους επενδυτές, καθώς η Ελλάδα βρισκόταν ήδη σε καθεστώς παρακολούθησης για πιθανή αναβάθμιση.
Η JP Morgan χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή «καθαρά θετική», τονίζοντας ότι η ένταξη στον STOXX Europe 600 συνιστά ουσιαστικό όφελος, δεδομένου ότι τα προϊόντα αναδυόμενων αγορών της STOXX παρακολουθούνται από περιορισμένο επενδυτικό κοινό. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η μεγάλη πλειονότητα των εισροών – περίπου 90% – θα κατευθυνθεί στον τραπεζικό κλάδο, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μέσω της ένταξής τους στον δείκτη STOXX Banks. Αντίθετα, οι μη τραπεζικές εταιρείες εκτιμάται ότι θα έχουν περιορισμένο όφελος, με εισροές κάτω των 30 εκατ. δολαρίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο timing της αναβάθμισης. Μετά τη διόρθωση που ακολούθησε το ισχυρό ράλι των αρχών του έτους και τις γεωπολιτικές αναταράξεις λόγω της έντασης με το Ιράν, η αγορά αναζητά νέους καταλύτες. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα γεγονός ένταξης σε μεγάλο δείκτη, που αντιστοιχεί σε πολλαπλάσιο του μέσου ημερήσιου όγκου συναλλαγών (3 έως 5 φορές), λειτουργεί ως ισχυρός μοχλός στήριξης. Επιπλέον, η προσπάθεια της ΔΕΗ να αντλήσει περίπου 4 δισ. ευρώ εντείνει την ανάγκη για εισροή ξένων κεφαλαίων στην ελληνική αγορά.
Σε επίπεδο αποτιμήσεων, η JP Morgan σημειώνει ότι το discount των ελληνικών τραπεζών έναντι των ευρωπαϊκών έχει συρρικνωθεί σημαντικά, φτάνοντας πλέον περίπου στο 5% σε όρους P/E επόμενων 12 μηνών, έναντι μέσου όρου 17% τα προηγούμενα δύο χρόνια. Παράλληλα, καταγράφεται ισχυρή συσχέτιση της πορείας τους με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό δείκτη, γεγονός που συνδέει στενότερα την ελληνική αγορά με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, το περιβάλλον παραμένει υποστηρικτικό, με την ελληνική οικονομία να αναμένεται να εμφανίσει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης για τα έτη 2025 και 2026. Ταυτόχρονα, η πολιτική σταθερότητα ενισχύεται από το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις ενόψει των εκλογών του 2027.
Ωστόσο, η θετική εικόνα του Σεπτεμβρίου δεν μεταφέρεται αυτούσια στο μέλλον. Η JP Morgan εκφράζει σαφή επιφύλαξη για την προοπτική ένταξης της Ελλάδας στους δείκτες της MSCI ανεπτυγμένων αγορών τον Μάιο του 2027. Όπως εκτιμά, η χώρα θα συμμετέχει στον MSCI Europe με έξι μετοχές, έναντι οκτώ που διαθέτει σήμερα στους δείκτες αναδυόμενων αγορών.
Το βάρος της Ελλάδας αναμένεται να διαμορφωθεί μόλις στο 0,38%, επίπεδο χαμηλότερο από χώρες όπως η Αυστρία και η Ιρλανδία, γεγονός που περιορίζει τη σχετική της σημασία. Η τράπεζα προβλέπει μάλιστα καθαρές εκροές ύψους περίπου 220 εκατ. δολαρίων, καθώς οι εισροές από τη μετάβαση θα αντισταθμιστούν από μεγαλύτερες εκροές κεφαλαίων.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται και η αλλαγή στη δομή της επενδυτικής βάσης. Η μετάβαση από ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα είχε σημαντική στάθμιση άνω του 4% στους δείκτες αναδυόμενων αγορών EMEA σε ένα όπου θα αντιπροσωπεύει λιγότερο από 0,30% στον MSCI Europe και μόλις 0,05% στον MSCI World, εκτιμάται ότι θα περιορίσει την προσοχή των επενδυτών. Οι ελληνικές μετοχές θα ενταχθούν πλέον σε ευρύτερα ευρωπαϊκά και κλαδικά χαρτοφυλάκια, όπου το ειδικό βάρος τους θα είναι σαφώς μικρότερο.
Τέλος, η JP Morgan υπενθυμίζει ότι παρόμοια εξέλιξη είχε σημειωθεί και το 2001, όταν η Ελλάδα αναβαθμίστηκε σε ανεπτυγμένη αγορά, με αποτέλεσμα τότε να καταγραφεί αισθητή υποχώρηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος, στοιχείο που λειτουργεί ως ιστορικό προηγούμενο για τις σημερινές επιφυλάξεις.




